Η αναγνώριση ιδιωτικών δικαιωμάτων κυριότητας επί εκτάσεων που έχουν χαρακτηριστεί ως παλαιός αιγιαλός αποτελεί ένα από τα πιο σύνθετα ζητήματα στο εμπράγματο και πολεοδομικό δίκαιο. Σε κάθε σχετική υπόθεση, η ουσιαστική προστασία αιγιαλού συνδέεται άμεσα με την προάσπιση της ιδιωτικής περιουσίας απέναντι στις διεκδικήσεις της Διοίκησης. Η αβεβαιότητα γύρω από το αν μια διαφορά με το Δημόσιο υπάγεται στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) ή στα Πολιτικά Δικαστήρια οδηγεί συχνά τους ιδιοκτήτες σε δικονομικές παγίδες και πολυετείς καθυστερήσεις.
Με την πρόσφατη, κομβικής σημασίας απόφαση ΣτΕ 90/2026 (Τμήμα Ε΄), το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο ξεκαθαρίζει οριστικά το τοπίο, ερμηνεύοντας τις διατάξεις του νέου Ν. 5092/2024 σε συνδυασμό με το Σύνταγμα.
Σύμφωνα με τις νέες διατάξεις του άρθρου 3 του Ν. 5092/2024, ως παλαιός αιγιαλός ορίζεται η ζώνη ξηράς, η οποία προκύπτει από τη μετατόπιση της ακτογραμμής προς τη θάλασσα, οφείλεται σε φυσικά αίτια (φυσικές προσχώσεις) ή νόμιμα τεχνικά έργα και προσδιορίζεται από τη νέα γραμμή του αιγιαλού και το όριο του παλαιότερα υφιστάμενου αιγιαλού.
Η νομική φύση του παλαιού αιγιαλού εξαρτάται άμεσα από τον χρόνο καθορισμού του και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της περιοχής:
Στο πλαίσιο αυτό, η θεσμική προστασία αιγιαλού συνυπάρχει με τη ρητή προστασία των προϋφιστάμενων τίτλων ιδιοκτησίας των πολιτών.
Το κρίσιμο ζήτημα που έκρινε το ΣτΕ με την απόφαση 90/2026 αφορά το είδος της διαφοράς που γεννάται όταν ένας ιδιώτης ζητά από τη Διοίκηση την αναγνώριση των ιδιοκτησιακών του δικαιωμάτων επί εκτάσεων παλαιού αιγιαλού.
Στρατηγική Σημείωση Valaw:
Η άρνηση ή η παράλειψη της Διοίκησης να αναγνωρίσει προϋφιστάμενους τίτλους ιδιοκτησίας επί παλαιού αιγιαλού δεν συνιστά διοικητική πράξη που εκδόθηκε για την άσκηση δημόσιας εξουσίας. Συνεπώς, δεν προσβάλλεται με αίτηση ακυρώσεως στο ΣτΕ, αλλά υπάγεται στη δικαιοδοσία των Πολιτικών Δικαστηρίων.
Τα βασικά σημεία της κρίσης του Δικαστηρίου συνοψίζονται ως εξής:
Η απόφαση αυτή παρέχει σαφή καθοδήγηση για τις νομικές ενέργειες που πρέπει να ακολουθήσει κάθε ιδιοκτήτης που αντιμετωπίζει αμφισβήτηση της περιουσίας του από το Δημόσιο:
Αντιμετωπίζετε αμφισβήτηση των ιδιοκτησιακών σας δικαιωμάτων από το Δημόσιο λόγω καθορισμού αιγιαλού ή παλαιού αιγιαλού; Η διεκδίκηση και η προστασία της ιδιωτικής περιουσίας απέναντι στις αυθαίρετες κρίσεις της Διοίκησης απαιτεί βαθιά εξειδίκευση στο πολεοδομικό και εμπράγματο δίκαιο.
Καθώς η απλή ανάγνωση του παρόντος άρθρου δεν υποκαθιστά την πλήρη και εξατομικευμένη νομική συμβουλή, επικοινωνήστε σήμερα με την εξειδικευμένη ομάδα της Valaw για την πλήρη αξιολόγηση των τίτλων σας και τη σχεδίαση της κατάλληλης δικαστικής στρατηγικής.
Για περισσότερες αναλύσεις σχετικά με την προστασία ακινήτων, μπορείτε να διαβάσετε και το άρθρο μας για την Προστασία Ιδιοκτησίας & Ακύρωση Καθορισμού Αιγιαλού (ΣτΕ 1778/2024).
Αριθμός 90/2026
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ – ΤΜΗΜΑ Ε΄
[….] 3. Επειδή στο άρθρο 95 παρ. 1, εδάφιο α΄, του Συντάγματος ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας ανήκει η ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση νόμου και στο άρθρο 94 παρ. 2 του Συντάγματος ορίζεται, ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται, μεταξύ άλλων, οι ιδιωτικές διαφορές. Από τις διατάξεις αυτές που οριοθετούν τη γενική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας έναντι της γενικής αρμοδιότητας των πολιτικών δικαστηρίων στις ιδιωτικές διαφορές προκύπτει ότι ακυρωτική διαφορά ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν προκαλεί κάθε πράξη που φέρει τα εξωτερικά γνωρίσματα μονομερούς πράξης της Διοίκησης, από την οποία παράγονται έννομα αποτελέσματα, αλλά μόνο εκείνη από τις πράξεις αυτές, η οποία, στο πλαίσιο των διατάξεων που διέπουν τη δημόσια διοικητική δράση, επιδιώκει δημόσιο σκοπό. Οι λοιπές μονομερείς πράξεις της Διοίκησης, όσες δηλαδή κινούνται σε κύκλο σχέσεων του ιδιωτικού δικαίου, δημιουργούν διαφορές που ανήκουν στη γενική, σύμφωνα με το Σύνταγμα, δικαιοδοσία που έχουν τα πολιτικά δικαστήρια στις περιπτώσεις προσβολής ιδιωτικών δικαιωμάτων. Στην κατά τα άνω έννοια της εκτελεστής διοικητικής πράξεως, αναφέρεται και το προεδρικό διάταγμα 18/1989 με τον τίτλο «Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας» (Α΄ 8), το οποίο ορίζει στην παράγραφο 1 του άρθρου 45 ότι η αίτηση ακυρώσεως ασκείται κατά των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών (βλ. ΣτΕ 2109/2012, 899/2011, 6322, 2329/1996, 2272/1986, 2424/1984, 924/1982).