Απόρριψη Αίτησης Ακύρωσης (Εκπρόθεσμα Τέλη) & ΣτΕ: Τι έκρινε το ΕΔΔΑ

Απόρριψη Αίτησης Ακύρωσης (Εκπρόθεσμα Τέλη) & ΣτΕ: Τι έκρινε το ΕΔΔΑ

Η απόρριψη ως απαράδεκτης αίτησης ακύρωσης, λόγω εκπρόθεσμης συμπλήρωσης των δικαστικών τελών αντίκειται στο δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο (αρ. 6 της ΕΣΔΑ, Υπόθεση Θεόδωρος Βαβουλάς και ΣΙΑ Ο.Ε. κατά Ελλάδας,  προσφυγή αριθ. 27916/19 σε hudoc. Echr.coe.int).

Το δικαίωμα δικαστικής προστασίας κατοχυρώνεται στη συνταγματική διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1, σύμφωνα με το οποίο, καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σε αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του. Από τη διάταξη αυτή δεν αποκλείεται η θέσπιση από τον κοινό νομοθέτη δικονομικών προϋποθέσεων για την πρόσβαση στα δικαστήρια και ειδικότερα για την άσκηση της αιτήσεως ακυρώσεως κατά των εκτελεστών διοικητικών πράξεων. 

Κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ «το «δικαίωμα σε δικαστήριο», του οποίου ιδιαίτερη πτυχή αποτελεί το δικαίωμα πρόσβασης, δεν είναι απόλυτο και υπόκειται σε έμμεσους περιορισμούς, κυρίως ως προς τις προϋποθέσεις παραδεκτού μιας προσφυγής, διότι προαπαιτεί λόγω της ίδιας του της φύσης μια ρύθμιση από το κράτος, το οποίο διαθέτει ως προς αυτό το σημείο ένα περιθώριο ελεύθερης εκτίμησης. Πάντως αυτοί οι περιορισμοί δεν μπορούν να παρεμποδίζουν την ελευθερία πρόσβασης ενός αιτούντος κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό ώστε το δικαίωμα σε δικαστήριο να βλάπτεται ουσιωδώς» (ΕΔΔΑ απόφ. της 27.7.2006). Το δικαστήριο επισημαίνει ότι «η από πλευράς των εθνικών δικαστηρίων εφαρμογή των διατυπώσεων για την άσκηση ενός ενδίκου μέσου μπορεί να παραβιάζει το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. Αυτό συμβαίνει όταν η υπερβολικά τυπολατρική ερμηνεία της νομιμότητας από ένα δικαστήριο εμποδίζει, στην πραγματικότητα, την εξέταση της ουσίας του ενδίκου μέσου του ασκεί ο ενδιαφερόμενος» βλ. ΕΔΔΑ απόφ. της 16.3.2017 και Α. Γέροντας, Επιτομή Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, 2η έκδ., 2020, σ. 4 διαθέσιμο σε sakkoulas-online).

Η προσέγγιση του ΕΔΔΑ στον υπερβολικό δικονομικό φορμαλισμό

Τα ανωτέρω συνεφέλκονται ότι το άρθρο 20 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ διαμορφώνουν ένα κανονιστικό πλέγμα προστασίας του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, στον πυρήνα του οποίου εντοπίζεται η αξίωση για πρόσβαση σε Δικαστήριο. Κατά τούτο η υπέρμετρα φορμαλιστική εφαρμογή δικονομικών διατάξεων, που συνεπάγονται την απόρριψη του ενδίκου βοηθήματος, ως απαραδέκτως ασκηθέντος, έχει ως αυτόθροη συνέπεια τη τρώση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας του διαδίκου. Τούτο διότι ως δικαστική κρίση νοείται η οριστική κρίση του Δικαστηρίου επί της ουσίας της διαφοράς και όχι η απόρριψη του ενδίκου βοηθήματος ως απαράδεκτου. Συνεπώς, δυνάμει και των νομολογιακών παραδοχών του ΕΔΔΑ, η τυπολατρική εφαρμογή δικονομικών διατάξεων, που μπορεί κατ’ αρχήν να εξυπηρετούν συνταγματικά θεμιτούς  σκοπούς, αντίκειται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθόσον συνεπάγεται τη στέρηση της πρόσβασης σε Δικαστήριο, καθώς ως τέτοια νοείται η κατ’ ουσία επίλυση της διαφοράς. Επιπλέον, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, υπερνομοθετικής ισχύος, ο διάδικος δεν μπορεί να υφίσταται τις δυσμενείς συνέπειες από τις διαδικαστικές πλημμέλειες της γραμματείας. Τούτο διότι ακόμα και ο επιμελέστερος διάδικος δεν μπορεί να προβλέψει τη σφαλερή δράση ή παράλειψη των αρμόδιων γραμματέων.

Η Υπόθεση Βαβουλάς κατά Ελλάδας (Προσφυγή 27916/19)

Επί τη βάσει του ανωτέρω πλέγματος διατάξεων, που κατοχυρώνουν τη λυσιτελή και αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, το ΕΔΔΑ έκρινε ad hoc την έλλειψη συμβατότητας με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ του άρθρου 36 του Π.Δ/τος 18/1989, ως αυτό εφαρμόζεται στη δικαστική πρακτική σε περιπτώσεις παραπομπών στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Ειδικότερα με την υπόθεση Θεόδωρος Βαβουλάς και ΣΙΑ Ο.Ε. κατά Ελλάδας [προσφυγή αριθ. 27916/19] το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ότι η απόρριψη αίτησης ακύρωσης, λόγω εκπρόθεσμης συμπλήρωσης των δικαστικών τελών, αντίκειται στο δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο, αφού δεν έλαβε χώρα προηγούμενη ενημέρωση από το Συμβούλιο της Επικρατείας για την παραλαβή του φακέλου και την έναρξη της προθεσμίας, την οποία τάσσει το άρ. 36 της ΕΣΔΑ. Ελλείψει οποιασδήποτε πληροφορίας όσον αφορά στον χρόνο παραλαβής από το ΣτΕ του φυσικού φακέλου, ο οποίος εστάλη από αναρμόδιο Δικαστήριο προς το τελευταίο, ήταν πρακτικά αδύνατο για την προσφεύγουσα εταιρεία να υπολογίσει την προθεσμία του ενός μηνός, που έπρεπε να τηρηθεί για την έγκαιρη συμπλήρωση του οφειλόμενου δικαστικού παράβολου. Τούτο διότι, ενόψει και της αρχής της προβλεψιμότητας, που πρέπει να διέπει ιδίως τους δικονομικούς κανόνες, ο υπόχρεος διάδικος πρέπει να πληροφορηθεί προσηκόντως και εγκαίρως ότι ο φυσικός φάκελος έχει περιέλθει από το αναρμόδιο Δικαστήριο προς το Συμβούλιο της Επικρατείας, ώστε να καθίσταται εφικτή η τήρηση της μηνιαίας προθεσμίας που τάσσει το η διάταξη του άρ. 36 του Π.Δ/τος 18/1989.

Τούτων δοθέντων η πάγια νομολογιακή πρακτική του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία ερείδεται στη συνδυαστική ερμηνεία των άρθρων 35 και 36 του π.δ 18/1989 και αντανακλάται στην απόρριψη του ενδίκου βοηθήματος λόγω μη έγκαιρης συμπλήρωσης του προβόλου. αντίκειται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, υπό την ειδικότερη έκφανση του δικαιώματος πρόσβασης σε Δικαστήριο. 

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την νυν ισχύουσα νομολογία του ΣτΕ,  η προθεσμία του ενός μήνα για τη συμπλήρωση του οφειλόμενου δικαστικού τέλους θα μπορούσε να αρχίσει να τρέχει από τρεις εναλλακτικές αφετηρίες:

  • από την κοινοποίηση στον προσφεύγοντα της απόφασης παραπομπής
  • από τη στιγμή που ο φυσικός φάκελος έφθασε στο ΣτΕ, εάν η τελευταία έλαβε χώρα μετά την κοινοποίηση της απόφασης παραπομπής ή
  • από την κοινοποίηση στον προσφεύγοντα της ημερομηνίας της ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του ΣτΕ, εάν δεν μπορούσε να προκύψει από τον φάκελο της υπόθεσης πότε ο φυσικός φάκελος έφθασε σε αυτό ή εάν δεν μπορούσε να εξακριβωθεί εάν η κοινοποίηση στον προσφεύγοντα της απόφασης παραπομπής ήταν νόμιμη.

Σύμφωνα με την άνω νομολογία του ΕΔΑΔ όμως σε κανένα από τα ανωτέρω διαδικαστικά στάδια δεν διασφαλίζεται η πραγματική γνώση του διαδίκου για τη δικονομική υποχρέωση του διαδίκου, αφ’ ης στιγμής δεν υφίσταται θεσμοθετημένη διαδικασία, από την οποία να διασφαλίζεται η ενημέρωση του αιτούντος για τη παραλαβή του φυσικού φακέλου από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Χώρας. Συνεπώς, καταδεικνύεται ότι η περιέλευση του φακέλου από το αναρμόδιο Δικαστήριο στο ΣτΕ, αποτελεί μία καθαρά εσωτερική διαδικασία, παρά το γεγονός ότι συνεφέλκεται επαχθέστατες δικονομικές συνέπειες, που συνυφαίνονται με την απόρριψη του ενδίκου βοηθήματος. Σύμφωνα δε με τη προμνημονευθείσα απόφαση του ΕΔΔΑ τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι ο διάδικος, ενόψει της επίδοσης της παραπεμπτικής απόφασης, οφείλει να επιδείξει επιμέλεια για τη συμπλήρωση των δικαστικών τελών. Συνεπώς, επί παραπομπή υπόθεσης στο ΣτΕ, ενόψει της ακυρωτικής του αρμοδιότητας, δικαιολογημένα ο διάδικος αναμένει προσήκουσα ενημέρωση από τη γραμματεία για τη τήρηση της δικονομικής του υποχρέωσης.

Χρειάζεστε νομική υποστήριξη σε υποθέσεις Διοικητικού Δικαίου; Η απόρριψη μιας αίτησης ακύρωσης δεν σημαίνει απαραίτητα το τέλος της διεκδίκησής σας. Η εξειδικευμένη ομάδα του γραφείου μας διαθέτει την εμπειρία να αξιολογήσει την περίπτωσή σας. Επικοινωνήστε μαζί μας σήμερα για την εκπροσώπησή σας ενώπιον του ΣτΕ.

Contact Us

Φόρμα Ενδιαφέροντος